********* ********************** DSV Blog: 07/28/13

Πέμπτη, Αυγούστου 01, 2013

Όλοι με νομίζουν σνομπ ... και εγώ 30 χρόνια στην απομόνωση της κατάθλιψης ..."

Μαργαρίτα Καραπάνου: "Όλοι με νομίζουν σνομπ, με ζωή jet set. Ύδρα, Παρίσι, Αθήνα. 
Και εγώ 30 χρόνια στην απομόνωση της κατάθλιψης.


Είχα ακούσει τόσα πολλά για την Μαργαρίτα Καραπάνου, που δεν ήξερα τι να περιμένω. Θα μπορούσα να είχα βρεθεί σε ένα σπίτι με «μουχλιασμένα» έργα τέχνης, σε ένα δωμάτιο με μαύρους τοίχους και την «καταραμένη Καραπάνου» να κρύβεται πίσω από σύννεφα καπνού. Όλα θα μπορούσαν να συμβούν. Η Μαργαρίτα Καραπάνου μεγάλωσε «χωρίς ταυτότητα» . 

Η μητέρα της Μαργαρίτα Λυμπεράκη είχε την κακή ιδέα να της δώσει το δικό της όνομα. Και μπορεί ο Σικελιανός –φίλος στενός της Λυμπεράκη- να αστειευόταν και να μιλούσε για «πνευματική δυναστεία», όμως η μικρή Μαργαρίτα μεγάλωσε χωρίς δικό της όνομα. Ανάμεσα σε «ιερά τέρατα». 

Ο θείος της Γιάννης Μόραλης, η θείας της Αγλαΐα Λυμπεράκη η γλύπτρια και το Παρίσι στην δεκαετία του ‘60 ο Σαρτρ, η Μποβουάρ, ο Καμί, ο Πικάσο. 

«Η Κασσάνδρα και ο Λύκος», το πρώτο της βιβλίο μεταφράστηκε σε 12 γλώσσες. Το «Ναι» το έγραψε σε ψυχιατρική κλινική, άρρωστη πολύ. «Ο υπνοβάτης» πήρε το βραβείο καλύτερου ξένου μυθιστορήματος στην Γαλλία. Το “Lee και Lou” «ισοπέδωσε» το Κολωνάκι. Όλα λοιπόν έπρεπε να τα περιμένω χτυπώντας το κουδούνι της. Μου άνοιξε μόνη της όμως. Μια σκυλίτσα η Lou φώναζε, στο μπαλκόνι είχε λίγα λουλούδια και στους τοίχους φωτογραφίες της νιότη της. Τα ωραιότερα μάτια της Αθήνας – έτσι μου είχαν πει- δεν ήταν σκοτεινά ούτε περιπαιχτικά.

Να αρχίσουμε λοιπόν με το μεγάλο σας μυστικό.- 

Ναι. Αποφάσισα να βγω και να μιλήσω για την μανιοκατάθλιψη που είχα πάρα πολλά χρόνια, όχι για να εκτονωθώ, αλλά για να βοηθήσω τους ανθρώπους που την έχουν. Είναι μια αρρώστια φοβερή, αλλά πρέπει να μην το βάζουν κάτω. Να ζήσουν, να ερωτευθούν, να γράψουν, να ταξιδέψουν. Όλα γίνονται. 

Πότε καταλάβατε ότι είχατε αυτή την αρρώστια;

- 24 χρονών. Κλείστηκα σπίτι, φάρμακα, μετά κλινικές. Θέλω να κατηγορήσω, εκείνους τους γιατρούς για την αδιαφορία τους, για την ειρωνεία τους, απέναντι στους αρρώστους. Είναι ντροπή τους. Σαν να μας ήμασταν κατώτερο είδος, ένας ρατσισμός αφάνταστος. Οι νοσοκόμες μας φερόντουσαν σαν να ήμασταν ζώα. 

Και πως αντέξατε;- 

Μόλις μου βγάζανε τον ορό, έτρεχα στο τραπέζι και έγραφα. Τότε έγραψα το «Ναι». Αυτό το βιβλίο μου έσωσε την ζωή. 

Υπήρξε αφορμή για την εκδήλωση της αρρώστιας;- 

Όχι καμία. Είναι μια αρρώστια βιολογική δεν είναι ψυχολογική. Κάτι πειράζεται στον εγκέφαλο.

Τώρα πίνετε φάρμακα;- Πολύ λίγα πια. Πριν έπαιρνα 17.

Πως τα καταφέρατε και γράψατε 6 βιβλία; - 

Πολλοί σημαντικοί συγγραφείς είχαν αυτή την αρρώστια και μεγάλοι ζωγράφοι. Ο Γκρέκο, ο Βαν Γκογκ, η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Τένεσι Γουίλιαμς, η Σίλβια Πλάθ. Εγώ γράφω βιβλία από 7 χρονών, βιβλία για παιδιά. Την «Κασσάνδρα» την έγραψα στα 21 μου, τότε ήμουν ακόμη καλά. Μετά όποτε συνερχόμουν λίγο από την αρρώστια, έγραφα. Ή έγραφα άρρωστη. 

Ο βραβευμένος «Υπνοβάτης» πως γράφτηκε;- 

Στην Ύδρα ένα χειμώνα μόνη μου. Τα βράδια έπαιζα πόκερ με 12 ξένους, πλούσιους γέρους -τους πήρα μέχρι και τα ασημένια μαχαιροπίρουνα - και το πρωί έγραφα. 

Πείτε μου για την βραβεύση σας.- 

Ήταν το 1988, το ήξερα ότι ήμουν υποψήφια για το γαλλικό βραβείο - για το καλύτερο ξένο βιβλίο - ένα χρόνο πριν το έχει πάρει ο Μαρκές με τα «Εκατό χρόνια μοναξιάς». Καθόμουν σπίτι και έβλεπα στο DVD ένα θρίλερ του Μπράιν ντε Πάλμα με τον Μάϊκλ Κέιν. Χτυπάει το τηλέφωνο, δεν το σηκώνω, συνεχίζει να χτυπάει και ακούω μια φωνή από το υπερπέραν να μου φωνάζει, «κερδίσατε το βραβείο του καλύτερου ξένου βιβλίου, μεθαύριο πρέπει να είσθε στο Παρίσι για την απονομή και το πάρτι». Μιλάω και με την ΕΡΤ και μου λένε «πάρτε ένα ταξί και ελάτε αμέσως για το δελτίο»! Βάζω ένα πουλόβερ, ένα παντελόνι, άβαφη, αχτένιστη και τρέχω για το δελτίο. Από μέσα φορούσα το νυχτικό!

Που μεγαλώσατε;

- Ανάμεσα στο Παρίσι και την Αθήνα. 8 χρονών γνώρισα τον Καμί. Βέβαια ήμουν μικρή για να καταλάβω ποιους ανθρώπους είχα απέναντι μου. Θυμάμαι τον Σάρτρ στο καφενείο να καπνίζει ακατάπαυστα «Γκουλουάζ». Τα έβαζε στο στόμα από την δεξιά μεριά και μιλούσε, μιλούσε. Πίσω σε ένα τραπέζι μόνη της καθόταν πάντα η Μποβουάρ. Έγραφε δεν ήταν πολύ της παρέας.

Πώς είχατε βρεθεί στο Παρίσι;

- Η μητέρα μου ζούσε εκεί. «Τα ψάθινα καπέλα» που είχε γράψει η μητέρα μου Μαργαρίτα Λυμπεράκη της τα εξέδωσε ο Αλμπέρτ Καμί. Ο Καμί ερχόταν στο σπίτι μας για να φάει με την μητέρα μου και μου έλεγε «κακομοίρα Μαργαρίτα είσαι στο σκοτεινό Παρίσι και όχι στο φως της Αττικής». Μου το έλεγε κάθε βράδυ αυτό.

Ο πατέρας σου;

Α ο πατέρας μου ήταν ένας πολύ ωραίος άντρας, αλλά ήταν ένας play boy, δεν τον έβλεπα πολύ. Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν 8 μηνών και τον έβλεπα πάντα σαν ένα πρίγκιπα. Έπαιζε συνεχώς στις κούρσες και μια φορά θυμάμαι πήρε την γιαγιά μου και της είπε «Σαπφώ έχασα το σπίτι στην Εκάλη». Και λέει η γιαγιά μου, «τι έγινε κάηκε»; «Όχι το έπαιξα στις κούρσες». 

Πέστε μου για τα χρόνια της κατάθλιψης.- 

Έζησα σε μεγάλη απομόνωση πολλά χρόνια. Γινόμουν καλά για 3, 4 μήνες και μετά πάλι αρρώσταινα. Τριάντα χρόνια η ίδια ιστορία. Τώρα γελάω, γιατί όλοι με νομίζουν σνομπ και ότι κάνω ζωή jet set. Όλοι νομίζουν ότι είμαι Ύδρα, Παρίσι, Αθήνα. Και είναι τόσο μακριά από την πραγματικότητα!

Δεν θέλατε να βλέπετε ανθρώπους.

- Δεν μπορούσα. Η κατάθλιψη είναι μια κατάσταση που «δεν μπορείς»! Δεν είναι ότι «δεν θέλεις», είναι πολύ πιο βαθύ. Κακός ύπνος, μεγάλο άγχος…

Κλειστά παράθυρα…

- Για ένα διάστημα ναι, κλειστά παράθυρα. 

Αλκοόλ;

- Ποτέ. Δεν έπινα ποτέ, ούτε ναρκωτικά, ούτε τίποτα.

Τι θα μπορούσε ίσως να σας βγάλει απ’ αυτή την κατάσταση; Ένας άντρας, θα μπορούσε; 

- Όχι, όχι τότε. Ένας άνδρας, ένας υπέροχος άνδρας, ήταν τότε πολύ ερωτευμένος μαζί μου, και δεν μπορούσα, δεν είναι ότι δεν ήθελα, δεν μπορούσα να βγω έξω από το σπίτι. Μου διάβαζε τα αγαπημένα μου παραμύθια, την «Μικρή Πριγκίπισσα» και την «Αλίκη των θαυμάτων». Δυο χρόνια προσπάθησε, με λάτρευε. 

Ποιόν είχατε στο πλευρό σου τα πρώτα χρόνια της αρρώστιας;

- Την μητέρα μου, από την ώρα που αρρώστησα δεν έφυγε από δίπλα μου. Τότε με αγάπησε. Τότε μόνο. Άφησε τα πάντα, τους φίλους της, τις σχέσεις της, τα πάντα. 

Ήταν αργά όμως.- 

Ήταν αργά. Την λάτρευα την μητέρα μου. Παρόλα αυτά που έχω γράψει στο «Μαμά», την λάτρευα.

Στο βιβλίο σας βγαίνει λατρεία, αλλά βγαίνει και θυμός.- 

Μεγάλος θυμός, αλλά και λατρεία, αυτά τα δυο είχα για την μητέρα μου.

Ο Θεός είναι κουρασμένος. Έτσι γράφατε. Έχετε αλλάξει άποψη γι’ αυτό;

- ΄Έχω αλλάξει άποψη ναι, γιατί αν είναι Θεός δεν θα κουραστεί ποτέ, ότι και αν κάνουμε εμείς.

Ήσασταν η ωραιότερη γυναίκα της Αθήνας μου έχουν πει.- 

Ήμουν όμορφη ναι. Με ερωτευθήκανε πολλοί άνδρες, εννοώ έρωτα μεγάλο, όχι για ένα βράδυ. Δεν δινόμουν όμως εύκολα, είχα ένα κράτημα, ίσως απ’ όσα είχα περάσει. 

Αν δεν είχατε πάει με την μητέρα σας στη Γαλλία;

- Θα είχα σωθεί νομίζω. Θα ζούσα εδώ με την γιαγιά μου. Μαζί της πέρασα και τα χρόνια της εφηβείας, όχι πια με τους Σαρτρ, και τους Καμί, αλλά με τα φλερτ μου με τις φίλες μου. Τα χρόνια εκείνα, ήταν τα μόνα ωραία χρόνια. 


Διαβάστε και μια προηγούμενη ανάρτηση που είχα κάνει για την Μαργαρίτα ... με βίντεο της τελευταίας συνέντευξης πριν πεθάνει ... 



Δευτέρα, Ιουλίου 29, 2013

Ένα βαγόνι γεμάτο νεκρούς στο Μετρό της Αθήνας ...




Άνοιξα τα μάτια λίγο πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Αυτό συμβαίνει τις μέρες του άγχους. Πρώτη σκέψη της ημέρας ‘δεν έχω πληρώσει τη δεη’. Γαμώ τη δεή η επόμενη σκέψη. Το αντίδοτο του άγχους κοιμάται δίπλα μου. Ευτυχώς. Μέχρι να φτάσω στο μετρό η δεη έχει γίνει μια δουλειά που θα ταχτοποιήσω αύριο.
Μπαίνω στο μετρό. Αλλάζω γραμμή στο σύνταγμα και μπαίνω στο βαγόνι που με οδηγεί στον τελικό προορισμό. Μόλις που πρόλαβα να βρω τη γωνιά μου και να βγάλω το βιβλίο, μια σπαρακτική φωνή από δίπλα επαναλαμβάνει ‘Δε μπορώ να πάρω ανάσα’, ΄Χάνομαι’. Είναι μια γυναίκα γύρω στα 40 με τα ρούχα της δουλειάς. Έχει ιδρώσει, το βλέμμα της φανερώνει απελπισία, δε μπορεί να πάρει ανάσα. Παθαίνει έμφραγμα, κρίση πανικού, τι συμβαίνει; Οι διπλανοί της δεν την κοιτάνε καν. Την πλησιάζω. Δεν κουνιέται κανείς.
Μόνο εγώ την ακούω ρε; Τι γίνεται;

Στη διαδρομή μέχρι την επόμενη στάση, φωνάζει σπαρακτικά πως δεν έχει ανάσα. Κουνάει τα χέρια της για να κάνει αέρα στο πρόσωπο της. Σηκώνεται όρθια, το σώμα της έχει μια κλίση προς τα πάνω σαν να προσπαθεί να βγει πάνω από όλους μας για να αναπνεύσει.
Δε νιώθετε ρε σείς την απελπισία της;

Η οδηγός του μετρό έρχεται στο βαγόνι μας και με πολύ αυστηρό ύφος της λέει ‘ Σας παρακαλώ κυρία μου περάστε έξω’. Δε μπορώ να καταλάβω τι γίνεται, γιατί της μιλάει έτσι, τι έκανε λάθος; Τη βοηθάω να βγει έξω. Την ώρα που βγαίνει φωνάζει ‘είχε σταματήσει για χρόνια. Με έχει πιάσει κρίση πανικού. Χάνομαι’. Ζητάει απελπισμένα ένα μπουκάλι νερό. Το ξέρω ότι δεν έχω στην τσάντα αλλά κοιτάω. Δε ξέρω τι να κάνω. Ένα μπουκάλι νερό ρε σεις. Ο χρόνος έχει παγώσει στην αποβάθρα. Στην απόλυτη ησυχία μια γυναίκα φωνάζει την απελπισία της. Δε μπορεί να αναπνεύσει. Την ακούτε;



Γιατί κοιτάτε όλοι έτσι; Τι έχετε πάθει ρε; Τι σας συμβαίνει;

Ένας ζωντανός ανάμεσα τους της ρίχνει ένα μπουκάλι νερό στα μαλλιά, μια άλλη ζωντανή της δίνει οδηγίες για βαθιές ανάσες. Συνέρχεται. Ηρεμεί. Η ανάσα της κοπάζει, αλλάζει το βλέμμα της. Ζητάει συγνώμη.

Σας ζητάει συγνώμη ρε.

Πλησιάζει το βαγόνι, κάνει να ξαναμπεί. Δυο γυναίκες γύρω στα 60 δεν την αφήνουν. Απαγορεύεται να μπεις της λένε. Η κοπέλα που την είχε βοηθήσει νωρίτερα κι εγώ από λίγο πιο πίσω τους απαντάμε. Τι σημαίνει απαγορεύεται; Οι πόρτες κλείνουν, η γυναίκα μένει απέξω, το μετρό φεύγει.

Τι συμβαίνει; Υπάρχει κάποιος άνθρωπος εδώ μέσα ή έχετε πεθάνει όλοι ρε σεις;

Κλαίω. Δεν είναι μόνο η απελπισία της και τα σπαρακτικά της λόγια που με έχουν λυγίσει. Είναι που δεν υπάρχουν ζωντανοί. Τι έχουν πάθει; Δε μπορώ να συγκρατήσω με τίποτα τα δάκρυα μου. Τα σκουπίζω. Ό άντρας δίπλα μου με κοιτάει.

Τι με κοιτάς ρε; Κι αυτό σου φαίνεται περίεργο; Νιώθεις ρε;


Κι άλλος ένας ζωντανός, γύρω στα 60, κλαίει κι αυτός. Δεν προλαβαίνω να τα μαζέψω και πέφτουν κι άλλα. Κλαίμε εμείς για σας, τρέχουμε εμείς για σας. Για σας, τα ζόμπι με τις ωτοασπίδες που αγχώνεστε να φτάσετε στη δουλειά σας. Που κοιτάνε παγωμένοι, που μπροστά στην απελπισία του άλλου μάθατε μόνο να παγώνετε. Δε σκεφτήκατε σε καμία στιγμή άραγε πως θα μπορούσατε να είστε εσείς στη θέση της; Δε ξέρω πως τα καταφέρνετε.


Βγαίνω από το μετρό. Θέλω να μιλήσω σε έναν ζωντανό. Τα λέω. Κλαίω. Πρώτα μια περιγραφή, μετά η στεναχώρια και τα δε θέλω να ζω εδώ, κωλοέλληνες.

Εδώ, η ζωή δυσκολεύει. Νομίζεις πως θα την αντέξεις, από τη μία σκέφτεσαι πως εσύ πρέπει να συνεχίσεις να είσαι αυτός που θα βοηθήσεις τη γυναίκα που χάνεται και από την άλλη δεν αντέχεις άλλο να τους κοιτάς όλους αυτούς τους παγωμένους. Τους αδιάφορα παγωμένους.

Καθώς έμπαινα στο γραφείο, με έπιασα να φωνάζω σιωπηλά αυτά που δεν είπα στην 60άρα με το απαγορεύεται. Πόσα ‘εσείς μας φέρατε ως εδώ’ να επανέλαβα άραγε.

Την ξέρω την κρίση πανικού. Είναι μια σκέτη φρίκη. Ωμή απελπισία που σου κόβει την ανάσα. Αυτό που σε πεθαίνει όμως δεν είναι αυτό. Θάνατος είναι αυτά τα εκατοντάδες όρθια και καθιστά ζόμπι που παρακολουθούσαν. Τα σώματα τους έχουν παγώσει από το θάνατο. Η μόνη με ζεστό ακόμα χνώτο φώναζε ‘χάνομαι’ και 4-5 ζωντανοί της κρατούσαν το χέρι. Αυτοί, οι μόνοι ζεστοί.


Πηγή : http://mpananas.wordpress.com/2012/06/28/zombie/ 



green day panic song

Ready for a cheap escape
On the brink of self destruction
Widespread panic

Broken glass inside my head
Bleeding down these thoughts of
Anguish... mass confusion

Well the world is a sick machine
Breeding a mass of shit
With such a desolate conclusion
Fill the void with... I don't care

There's a plague inside of me
Eating at my disposition
Nothing's left

Torn out of reality
Into a state of no opinion
Limp with hate

Well the world is a sick machine
Breeding a mass of shit
With such a desolate conclusion
Fill the void with... I don't care