********* ********************** DSV Blog

Παρασκευή, Ιανουαρίου 03, 2014

Η δημοσιογράφος που κλείστηκε σε ψυχιατρείο, για να κάνει ένα συγκλονιστικό ρεπορτάζ ...



Έτσι έγραψε και η Καραπάνου το "ΝΑΙ" ... μόνο που εκείνη ήταν πραγματικά Ασθενής ... Μιλούσε για κολαστήρια ... για γιατρούς που φερόντουσαν στους ασθενείς σαν τρελούς και σκουπίδια ... Ακόμα στο 1800 είμαστε στην Ουσία ... Λίγο έχουν αλλάξει τα πράγματα ( ειδικά στην Ελλάδα ) ... για την Ψυχολογία και την Ψυχιατρική ... 

Οποιαδήποτε πάθηση λέγετε "τρέλα" ... Φαίρονται στον πάσχοντα σαν Ηλίθιο ... ενώ είναι γνωστό ότι υπήρξαν αρκετοί άνθρωποι με ψυχικά προβλήματα ήταν διάνοιες ... όπως και η Μαργαρίτα Καραπάνου ...

(  Μαργαρίτα Καραπάνου... Ένας από τους Έρωτες της ζωής μου. ( Κλικ ) ) 



Το 1887, η δημοσιογράφος Νέλι Μπλάι, προσποιήθηκε ότι ήταν τρελή, για να την κλείσουν στο Φρενοκομείο Θηλέων του νησιού Μπλάγκουελ, στη Νέα Υόρκη.

Σκόπευε να αποκαλύψει τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης των έγκλειστων γυναικών.

Δε δυσκολεύτηκε καθόλου να πείσει τους ειδικούς για την ψυχική της αστάθεια. Έκλεισε δωμάτιο σε ένα φτηνό ξενοδοχείο, αλλά αρνήθηκε να μείνει εκεί. Ούρλιαζε ότι φοβόταν τους ξενοδόχους κι ότι ήταν όλοι τους τρελοί. Την επόμενη μέρα, ήρθε η αστυνομία να την περιμαζέψει.

Όταν την πήγαν στο δικαστήριο, προσποιήθηκε ότι είχε αμνησία και επαναλάμβανε μηχανικά ότι δε θυμόταν τίποτα. Το «άγριο, κυνηγημένο ύφος της» ξεγέλασε όσους γιατρούς την εξέτασαν, οι οποίοι δήλωσαν ότι ήταν «ξεκάθαρα παράφρων».

Την έκλεισαν στο Φρενοκομείο Θηλέων του Μπλάκγουελ, όπου έμεινε για 10 μέρες.

Έζησε από πρώτο χέρι την τραγική ζωή των γυναικών που έμεναν στο φρενοκομείο. Το φαγητό ήταν ελάχιστο, λίγο πλιγούρι, χαλασμένο κρέας και βρώμικο νερό. Οι πιο επικίνδυνοι ασθενείς ήταν δεμένοι όλοι μαζί με σχοινιά. Τους υπόλοιπους, τους ανάγκαζαν να κάθονται με τις ώρες σε ξύλινα παγκάκια, χωρίς καμία προφύλαξη απ’ το κρύο. Οι νοσοκόμες έβριζαν όποιον τολμούσε να κουνηθεί και χτυπούσαν όποια γυναίκα παράκουγε τις εντολές τους.

Οι ασθενείς ζούσαν μαζί με αρουραίους, σκουλήκια και τις ίδιες τους τις ακαθαρσίες. Όταν τις έπλεναν, το νερό ήταν παγωμένο και
Η Μπλάι έγινε μέχρι και γραμματόσημο!

Η Μπλάι έγινε μέχρι και γραμματόσημο!

τις άφηναν να στεγνώνουν στα κρύα δωμάτια.

Μιλώντας με τις άλλες έγκλειστες γυναίκες, η Μπλάι συνειδητοποίησε, ότι πολλές ήταν ψυχικά υγιέστατες, όπως κι η ίδια. Αλλά ήταν θέμα χρόνου να τρελαθούν, απ’ τις συνθήκες που επικρατούσαν στο φρενοκομείο.

«Τι άλλο, εκτός απ’ τα βασανιστήρια, θα μπορούσε να οδηγήσει κάποιον στην τρέλα, πιο γρήγορα από αυτή τη μεταχείριση; Θα ήθελα οι ειδικοί γιατροί που με έκλεισαν εδώ, να πάρουν μία υγιή γυναίκα, να την βάλουν να κάτσει ακίνητη για 14 ώρες, να μην της επιτρέπουν να μιλήσει ή να κουνηθεί, να μην την αφήνουν να διαβάσει ή να μάθει ότι συμβαίνει γύρω της, να της δίνουν σάπιο φαγητό και να την κακομεταχειρίζονται, και να δουν πόσο καιρός θα περάσει μέχρι να τρελαθεί. Μέσα σε δύο μήνες θα ήταν ένα κουρέλι, σωματικά και ψυχικά,» έγραψε στο βιβλίο της, αφότου βγήκε απ’ το άσυλο.
Ένα "ειδικός" εξετάζει τη Μπλάι.

Το βιβλίο της με τίτλο «Δέκα μέρες σε ένα τρελάδικο», κυκλοφόρησε λίγο καιρό μετά και την έκανε διάσημη. Η έρευνά της προκάλεσε πολλές μεταρρυθμίσεις στο χώρο των φρενοκομείων.

Ο προϋπολογισμός, που αντιστοιχούσε στη φροντίδα των ψυχικά ασθενών, αυξήθηκε κατά 850.000 δολάρια και όσοι ασθενείς παρουσίαζαν ψυχικά προβλήματα, εξετάζονταν πολύ πιο εξονυχιστικά, πριν κλειστούν σε κάποιο ίδρυμα.

Ένα «ειδικός» εξετάζει τη Μπλάι.
Ένα «ειδικός» εξετάζει τη Μπλάι.

Ένα «ειδικός» εξετάζει τη Μπλάι.


- See more at: http://www.mixanitouxronou.gr/dimosiografos-pou-ekane-giro-tou-kosmou-se-80-meres-ke-klistike-se-treladiko-gia-na-kani-reportaz/#sthash.UdvSeKUv.wXunquRZ.dpuf

Τετάρτη, Ιανουαρίου 01, 2014

Ψυχή και κώλος... ( ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟ )

Μια νέα μορφή πόζας αναδύεται στα social media: το γύμνωμα ψυχής (και κορμάρας).



Την είδα που την είχε κοινοποιήσει μία φίλη ( ΝΤΙΝΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ  ) και μου άρεσε πάρα πολύ ... Μου έκανε πολύ εντύπωση ότι η ανάρτηση ήταν στην αρχική σελίδα του φβ ... μία ώρα και ... και ήμουν ο πρώτος που πάτησα λάικ ... Όπως απογοητεύομαι και εγώ όταν βάζω κάτι ποιοτικό που μου αρέσει ... έχω ελάχιστα λάικ ... Σιγά μην εκτιμηθεί το καλό και το ωραίο στο φβ ... Άλλωστε για αυτό γράφει και ο Τσαγκαρουσιάνος ...

Ήμουν πολύ μαγκωμένος με το facebook, βασικά διότι είμαι μυγιάγγιχτος. Ή μάλλον ήμουν. Νόμιζα ότι ο ιδιωτικός χώρος είναι απαραβίαστος και τα κρυμμένα πράγματα γοητευτικά. Κολλήματα της γενιάς μου, που κάτω από το χαλάκι έσπρωχνε τις πομπές της. 

Μετά, μια μέρα, διάβασα μια δήλωση του Ζούκερμπεργκ, που τον κατηγορούσαν για παραβίαση προσωπικών δεδομένων στο facebook. «Μπαίνουμε σε μια εποχή μεγαλύτερης διαφάνειας, όντως» είπε. «Αλλά γιατί αυτό είναι τόσο κακό; Μη έχοντας να κρύψουν πολλά πράγματα οι άνθρωποι, ίσως γίνουν γρηγορότερα ο εαυτός τους» (δεν τα είπε έτσι ακριβώς, αλλά, εν πάση περιπτώσει).   

Έκανα λογαριασμό το 2007, κυρίως για να δω τι τρέχει, και ψιλοφρίκαρα. Να οι φωτογραφίες, να το check in, να το δικαίωμα του άλλου να σου τη λέει κατάμουτρα, να τα γούστα σου, διασυνδεδεμένα, όλα στο πιάτο. Ολοκληρωτισμός! Και το κυριότερο, σάλα-τραπεζαρία ένα. Όλοι ίσοι, όλοι ισοδύναμοι. Γύρισα στην καθέδρα μου και άφησα τον λογαριασμό σε νάρκη.

Πέρσι, όμως, που έπρεπε να αποκτήσω ένα κάποιο timeline για να μαθαίνω ειδήσεις και αντιδράσεις που τα παραδοσιακά μέσα ανακαλύπτουν άταφες, αναγκάστηκα να ακολουθήσω μερικά media. Kαι μετά ακολούθησα ανθρώπους. Και κατέληξα να ακολουθώ φίλους.

Σιγά-σιγά, σαν την παρθένα που δεν την έχει δει ο ήλιος, εδέησα να βάλω τη φωτογραφία μου. Να λέω κι ένα γεια. Να ανεβάζω φωτογραφίες του σπιτιού μου ή της ζωής μου. Διστακτικά, ακόμα. Σε τρουά-καρ, με σκιές. Όπως ο καρδιοπαθής βάζει το πόδι του στην παγωμένη θάλασσα. Άρχισα να γράφω καθημερινά πράγματα που τα αισθανόμουνα – αν και τα περισσότερα τα έσβηνα μετά, διότι δεν τα έβρισκα εξόχως συγκλονιστικά.

Όμως βαθμηδόν οι αντιστάσεις πέφτουν. Το καταληκτήριο αίσθημα είναι αυτό: ας μάθουν όλοι επιτέλους τι ύψος και τι βάρος έχω, πόσο νωθρός, χαζός ή έξυπνος είμαι, τι φόβοι, τι ποιήσεις, τι ανοησίες με ορίζουν, ότι έχω μια ελιά κάτω από τη μασχάλη και ούτω καθεξής – για να τελειώνουμε μια και καλή από αυτό το κόμπλεξ, κι ίσως στο φως της μέρας να διεκδικήσω αυτό που είμαι και τον χώρο που μου ανήκει.

Είναι ίσως παράδοξο να το λέω εγώ αυτό, που πριν από 30 χρόνια είχα μια στήλη στην «Ελευθεροτυπία» που ήταν προάγγελος του πιο ξεσαλωμένου προσωπικού μπλογκ – και όπου έγραφα, υποτίθεται, τα πιο μύχια, εξομολογητικά πράγματα, όπως περίπου εκθέτουν ξεδιάντροπα και αενάως την καρδιά τους και τον κώλο τους τα πιτσιρίκια σήμερα.

Η αλήθεια όμως είναι ότι εκείνη η εξομολόγηση ήταν ορμητική μεν, αλλά υπολογισμένη στο έπακρον. «Για να μη νιώσει ο καταστηματάρχης που στο βάθος κάθονταν». Και για να ψιμυθιωθεί όσο γίνεται καλύτερα η φτωχή, μικρή περσόνα μου. Λένε ότι είναι αγαθόν το εξομολογείσθαι. Αλλά δεν είναι λίγο ύποπτο να εξομολογείσαι από το πρωί ως το βράδυ; 

Φοβάμαι ότι αναγνωρίζω την ίδια πεποιημένη «εξομολόγηση» στην άνετη εξωστρέφεια του facebook. Και μάλιστα, εξακοντισμένη στα επίπεδα μιας πολυπλοκότατης επικοινωνιακής επιστήμης. Που έχει αρχίσει κι αποκτάει αναγνωρίσιμα μοτίβα (με πρώτιστη την υπερχαρά και συνακόλουθα το υπεργαμεύσιμο του καθενός).

Κάθε προφίλ και μια ισορροπία τρόμου. Η δέουσα ποσόστωση επιδείξεων: ευφυΐας, κηρυγματολογικής θέρμης, καυλιάρικης υπεροχής, αποκαλυπτικής ευζωίας, ενός κάποιου ανακυκλωμένου χιούμορ, λίγο βιοτικό σινεμά-βεριτέ (από τη γωνία λήψης που κρύβει τον προγναθισμό μας), μεθυσμένοι σαρκασμοί που ο σκουπιδιάρης της αυγής σαρώνει με ένα σκυφτό, ενοχικό delete, μια υποψία σκιασμένου πέους, φράσεις που εξυπονοούν πολλά, ρήσεις που συντρίβουν κάθε καρδιά κλειστή σαν πέτρα. Ένα θέατρο της εσωτερικής ζωής.

Οπότε, μήπως είμαι λιγάκι αφελής να θέλω να ξεβρακωθώ μέσα σε αυτό το τσίρκο; Ιδίως τώρα που δεν είμαι και τρελό γκομενάκι;   Μήπως η περιώνυμη ειλικρίνεια του facebook είναι μια εξαιρετικά επιτυχημένη παρενδυσία ολκής; Όπου όλοι κάνουν τους ειλικρινείς και τους γυμνούς και τους φίλους, ενώ οι περισσότεροι παραμένουν μόνοι, προσχηματικοί και αισθησιακά ρακένδυτοι;  

Θα ήθελα πολύ να απαντήσω, αλλά φυσικά δεν ξέρω. Διαισθάνομαι κάτι περίεργο (όποτε συνάντησα φάτσες του facebook, σπάνια τις ταυτοποίησα με την εικόνα τους). Όμως, ποιος ξέρει αν λένε ψέματα ή αλήθεια τόσα εκατομμύρια πριγκίπισσες!

Απλώς, εγώ που έπαιξα αυτό το έργο, σε πρώιμη εποχή, δεν θα ‘θελα να το επαναλάβω.   

Αυλαία, χειροκροτήματα.



Πηγή: www.lifo.gr